Ημερομηνία Δημοσίευσης: 27/02/2026
Μιχάλης Στεφανίδης: “Είναι πολύ εύκολο να εξαρτάσαι από την εικόνα σου στον ψηφιακό κόσμο, κάτι που στην πορεία θα «καταπιεί» την ουσιαστική σου ταυτότητα.”
Η εταιρεία θέατρου αντίqρηση παρουσιάζει το έργο “Η Πλατφόρμα”, ένα σύγχρονο τρίπρακτο χωρίς «κουμπί επανεκκίνησης», του Νίκου Νικήτογλου, σε σκηνοθεσία Νικόλα Μαραγκόπουλου. Ο Μιχάλης Στεφανίδης, που πρωταγωνιστεί στην παράσταση “Η Πλατφόρμα”, μίλησε στο Thessaloniki City Guide για το έργο & για τον ρόλο του.
Πείτε μας λίγα λόγια για το θέμα που πραγματεύεται «Η Πλατφόρμα».
«Η πλατφόρμα» είναι ένας φανταστικός χώρος που με την πρώτη ματιά θυμίζει μία εταιρεία, μία εταιρεία που πληρώνεις κάτι και σε αντάλλαγμα σου προσφέρει κάτι άλλο. Ένα από τα ζητήματα που ορίζουν τη θεματική της παράστασης, είναι το τί μπορεί να προσφέρει αυτός ο φανταστικός χώρος. «Η πλατφόρμα» έχει δημιουργηθεί για να προσφέρει στον άνθρωπο ησυχία, γαλήνη και απαλλαγή από τον «θόρυβο» – όπως λέει και ο συγγραφέας του έργου – και έτσι το ανθρώπινο όν να χάσει την ταυτότητά του και να καταλήξει στην απόλυτη λήθη.
Αφουγκραζόμενος αυτό το θέμα, είναι πολλές οι σκέψεις που γεννιούνται. Ο άνθρωπος χωρίς ταυτότητα μπορεί μόνο να κινείται και να αναπνέει. Η παράσταση θέτει το εξής ερώτημα: Είναι έτοιμος ο άνθρωπος να απαλλαγεί από τα πράγματα που τον κουράζουν, από τις τύψεις του, από τα πράγματα που τον έχουν κάνει να μπουχτίσει, από τον ψηφιακό θόρυβο και ως αποτέλεσμα να αποδεχτεί την απώλεια της ουσιαστικής του ταυτότητας;
Ποιο ήταν το πρώτο συναίσθημα ή η πρώτη σκέψη που σας γεννήθηκε όταν διαβάσατε το κείμενο του Νίκου Νικήτογλου;
Δεν ήταν μόνο μία η σκέψη που μου γεννήθηκε, αλλά η πιο έντονη και ταυτόχρονα θλιβερή σκέψη ήταν πως δυστυχώς η ανθρώπινη ψυχή, μπουχτισμένη πια, λυγίζει όλο ένα και περισσότερο. Ο άνθρωπος έχει φτάσει σε ένα τέτοιο όριο που, όντως, σκέφτεται να προδώσει, να απαρνηθεί την ταυτότητά του με σκοπό να αφαιρέσει ότι τον βαραίνει και έτσι να απαλλαγεί από την κούραση που του προκαλεί η σύγχρονη ζωή. Και γι’ αυτόν τον λόγο πιστεύω μια τέτοια Πλατφόρμα θα μπορούσε να υπάρξει και να υφίσταται, και στην πραγματική ζωή.
Ποιος είναι ο ρόλος σας στην παράσταση;
Ο χαρακτήρας που υποδύομαι είναι η Σύλβια. Στον χώρο – χρόνο της παράστασης, η δουλειά της είναι να προσφέρει τη λήθη στους ανθρώπους, παίρνοντας ως αντάλλαγμα τη μνήμη τους — και μαζί, την ταυτότητά τους. Η παράσταση αποκαλύπτει, όμως, ότι για να ολοκληρωθεί αυτή η διαδικασία, πρέπει να χαθεί και κάθε κοινωνική συναναστροφή. Ο άνθρωπος μπορεί να βρει γαλήνη, αλλά μόνος. Η Σύλβια αυτό που πρέπει να κάνει είναι να εκκινεί, να συνεχίζει, να επιβλέπει και να αξιολογεί την όλη διαδικασία. Είναι δηλαδή ο πυρήνας όλου του περιβάλλοντος. Μέσα από αυτόν τον ρόλο, θα δούμε και περιπτώσεις που το σύστημα δεν ανταποκρίνεται με τους προβλεπόμενους κανόνες. Αλλά δεν θα δώσω άλλο «σπόιλ». Αυτά θα αποκαλυφθούν από κοντά.
Το έργο περιγράφεται ως «τρίπρακτο χωρίς κουμπί επανεκκίνησης». Τι σημαίνει αυτό για τη σωματική και ψυχολογική ένταση της παράστασης;
Το έργο είναι διαιρεμένο σε τρεις διαφορετικές πράξεις. Κάθε μία πράξη έχει τη δικιά της αξία και σημασία και όλες μαζί σηματοδοτούν μια πορεία: από τη σκέψη μέχρι το αποτέλεσμα.
Εμείς, ως ηθοποιοί, αφουγκραζόμαστε τις δράσεις των ρόλων μας μέσα σε αυτές τις πράξεις και με αυτό τον τρόπο ορίζουμε και τα όρια της έντασής μας. Όλη αυτή η διαδικασία δεν θα μπορούσε να υφίσταται χωρίς ομαδική δουλειά, πειθαρχία αλλά και σε κάποιες περιπτώσεις ένα απαιτητικό μαθηματικό μέτρημα.
Είχαμε την ευλογία να καθοδηγούμαστε από τον σκηνοθέτη μας Νικόλα Μαραγκόπουλο, που με πολλή υπομονή και επιμονή, κατάφερε να δημιουργήσει ένα υγιές κλίμα, σε μια τόσο απαιτητική δουλειά.
Πώς δουλέψατε με τον σκηνοθέτη για να αποδώσετε την ιδιαίτερη ατμόσφαιρα του έργου; Υπήρξε κάποια σκηνή που σας δυσκόλεψε στην πρόβα;
Σε γενικότερα πλαίσια, η διαδικασία της πρόβας απαιτούσε από όλους τους συντελεστές να αφήσουν για λίγο πίσω την πραγματική ζωή και να μπουν σε ένα ιδιαίτερο περιβάλλον. Η ατμόσφαιρα του έργου ορίστηκε από την σκηνοθεσία, τις ερμηνείες, την μουσική και τους φωτισμούς. Ήταν κάτι αρκετά απαιτητικό, κάτι το οποίο αποτελούσε μεγάλη συγκέντρωση και πειθαρχία από όλους μας, γιατί αυτή η ιδιαίτερη ατμόσφαιρα κινείται μεταξύ μιας λεπτής κλωστής. Εξηγώντας: Αν η κλωστή χαλάρωνε ή τεντωνόταν αρκετά, η παράσταση θα οδηγείτο κάπου αλλού. Δεν ξέρω που ακριβώς, αλλά κάτι μου λέει πως δεν θα ήταν ίδιο το αποτέλεσμα.
Η πιο απαιτητική σκηνή που έχει το έργο είναι στο τέλος της παράστασης, όπου ο τρόφιμος χρειάζεται να αποφασίσει αν τελικά θα επιλέξει τη μνήμη ή την εκκαθάριση. Έπρεπε να περάσουμε από διάφορα στάδια και από διάφορες δοκιμές με σκοπό να κατανοήσουμε τη δραματουργική αξία που έχει αυτή η απόφαση, αλλά και να γίνει η κατάλληλη αναπαράσταση της.
Η μουσική ή ο φωτισμός της παράστασης σας βοηθούν να μπείτε στο “mood” της Πλατφόρμας;
Ναι, σαφώς. Και το μουσικό αλλά και το φωτιστικό κομμάτι συνυπάρχουν μαζί μας δημιουργώντας ταυτόχρονα μια ιδιαίτερη ατμόσφαιρα. Συγκεκριμένα, η μουσική έχει την ιδιαιτερότητα να χτίζεται, να εμπλουτίζεται έχοντας βάση ένα συνεχόμενο «χαλί». Σε πολύ λίγες στιγμές επικρατεί η απόλυτη σιωπή. Άλλες φορές, όταν η ροή και η ενέργεια αλλάζει, η μουσική συνυπάρχει σε όλο αυτό. Οφείλουμε ένα μεγάλο ευχαριστώ στον Θοδωρή Παπαδημητρίου που ήταν σχεδόν σε όλες τις πρόβες και ταυτόχρονα βρισκόταν σε μία συνεχή αναζήτηση που θα επικοινωνούσε με την σκηνοθεσία, με τους ηθοποιούς αλλά και με την παράσταση καθολικά.
Όσον αφορά τους φωτισμούς, ο Σωτήρης Ρουμελιώτης φρόντισε με τα εντυπωσιακά του «κόλπα» να δημιουργήσει ένα ενιαίο κλίμα που βοηθάει τους ηθοποιούς, το κτίσιμο της πλοκής αλλά και το ίδιο το κοινό να το κάνει να εισέλθει στον κόσμο της «Πλατφόρμας».
Πόσο κοντά νιώθετε ότι είμαστε σήμερα σε μια τέτοια “Πλατφόρμα”, όπου η ζωή μας φιλτράρεται και αρχειοθετείται ψηφιακά, χάνοντας την αυθεντικότητά της;
Είναι πολύ εύκολο να εξαρτάσαι από την εικόνα σου στον ψηφιακό κόσμο, κάτι που στην πορεία θα «καταπιεί» την ουσιαστική σου ταυτότητα. Η εισβολή της τεχνολογίας είναι το απόλυτο γεγονός στη σύγχρονη ζωή. Αλήθεια, πόσος χρόνος πάει χαμένος μέσα στη μέρα λόγω της ενασχόλησης με την ψηφιακή μας εικόνα, με το πώς θέλουμε να δείχνουμε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, και πόση ενέργεια καταναλώνουμε χάριν της εικόνας μας; Η ανάγκη για το συνεχές φαίνεσθαι, χάριν των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, προκαλεί μια αναπόφευκτη κούραση, την οποία ο κάθε ένας/μια θέλει να αποβάλει. Αυτό το βάρος κάποια στιγμή θα φτάσει σε ένα βαθμό που ο άνθρωπος δεν μπορεί να ανταπεξέλθει και θα πρέπει να υπάρξει μια άλλου είδους διαχείριση από τον ίδιο.
Εμείς, το πρώτο βήμα που πρέπει να κάνουμε είναι να σκεφτούμε κατά πόσο θα συνεχίσουμε να επιτρέπουμε τους ψηφιακούς «κανόνες» να μας καθορίζουν.
Η παράσταση διαδραματίζεται σε έναν περιορισμένο χώρο. Πώς λειτουργεί αυτός ο περιορισμός στη σκηνική σας ελευθερία;
Η παράστασή μας διαδραματίζεται σε ένα πολύ ιδιαίτερο κλίμα. Ο περιορισμένος σκηνικός χώρος, στη συγκεκριμένη περίπτωση, λειτούργησε υπέρ μας. Συγκεκριμενοποίησε το πείραμα, τις δοκιμές, τις στιγμές αλλαγής της ροής και τις σκηνές της έντασης, και σίγουρα έθεσε όρια που βοήθησαν ακόμη πιο πολύ στις σχέσεις των ρόλων. Θα τολμήσω να πω πως σε ένα βαθμό θυσιάστηκε η σκηνική μας ελευθερία, για χάρη νοήματος και ροής, κάτι που εν τέλει ήταν σωστό να γίνει.
Πώς εισπράττετε την ενέργεια του κόσμου σε ένα έργο που δεν προσφέρει “εύκολες” απαντήσεις αλλά προβληματισμό;
Παρατηρώντας τις αντιδράσεις του κοινού κατά τη διάρκεια της παράστασης, αλλά και τα λόγια και οι εντυπώσεις με το πέρας της παράστασης, βλέπω ότι πολύς κόσμος φεύγει προβληματισμένος. Είναι ένα έργο το οποίο ανοίγει ένα κεφάλαιο που έχει πάρα πολλά ερωτήματα. Ερωτήματα για την ανθρωπότητα, για την αξία του ανθρώπου, ερωτήματα που αφορούν την εξέλιξη, την εξάρτηση από τα τεχνολογικά μέσα και από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Και είναι κάτι που ίσως να ξυπνάει και έναν πειρασμό σε κάποιους/ες. «Υπάρχει στ’ αλήθεια αυτό το μέρος;» Πιστεύω πως ένα μικρό ποσοστό ανθρώπων θα επισκεπτόταν την «Πλατφόρμα» στην πραγματική ζωή, έτσι απλά για γνωριμία και όχι για τη διαδικασία. Από την μία όψη του νομίσματος, ίσως μερικοί/ες να προχωρούσαν και στη διαδικασία. Όμως από την άλλη όψη, νομίζω πως ο περισσότερος κόσμος βγαίνοντας από το θέατρο θα θελήσει να αναθεωρήσει για την ταυτότητα του και έτσι να την προστατεύσει με πιο ισχυρό τρόπο.
Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια;
Θα συνεχίσω να εργάζομαι ως ηθοποιός στη Θεσσαλονίκη. «Η Πλατφόρμα» μας θα συνεχιστεί μέχρι τα μέσα Μαρτίου, και εύχομαι για μια επερχόμενη παράταση παραστάσεων. Στα τέλη Απριλίου θα ανέβει για 4η φορά η παράσταση «Λιωμένο Βούτυρο» σε σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαλάκου. Ακόμη, είμαι στην ευχάριστη θέση να λαμβάνω μέρος ως ηθοποιός και τραγουδιστής την παράσταση «Ιππής Meta» σε σκηνοθεσία Δαμιανού Κωνσταντινίδη στο καφενείο «Πρίγκηπος», που θα ανοίξει την αυλαία της την τελευταία εβδομάδα Απριλίου και θα συνεχιστεί για όλο τον Μάιο. Στα τέλη Μαΐου θα λάβω μέρος στην παράσταση «Γιατί βράζει το παιδί στην Πολέντα», σκηνοθεσίας Γεωργίας Διάκου στο Φεστιβάλ Ανοιχτής σκηνής Θεσσαλονίκης 2026.
Ως μουσικός – πιανίστας, διοργανώνω ένα Live Λαϊκού χαρακτήρα στο «Ποδήλατο Bar» στα μέσα Μαρτίου, και ένα ακόμη Μπουάτ χαρακτήρα στο καφενείο «Πρίγκηπος» στα μέσα Απριλίου.



