Ημερομηνία Δημοσίευσης: 30/04/2026
8ο Φεστιβάλ Επταπυργίου: “Ο Έρωτας παίρνει σάρκα και φωνή”
“Το Φεστιβάλ μας δεν λειτουργεί απλώς ως χώρος φιλοξενίας, αλλά ως ενεργό κύτταρο παραγωγής πολιτισμού με γνώση, εμπειρία και…ταυτότητα”
Στο ιστορικό Φρούριο του Επταπυργίου, εκεί όπου η πέτρα συναντά το φως και η σιωπή μετουσιώνεται σε μουσική, ο Έρωτας το φετινό καλοκαίρι παίρνει σάρκα και.. φωνή. Η Άννα Μυκωνίου και ο Θανάσης Κολαλάς, 2 άνθρωποι που εδώ και χρόνια μεταμορφώνουν το Κάστρο σε ζωντανό παλμό πολιτισμού, μας προσκαλούν σ’ ένα νέο ταξίδι, όπου η αγάπη δεν είναι απλώς θέμα, αλλά ίδια η ουσία του Φεστιβάλ και δη, σε μια εποχή που απομακρύνεται ολοένα από το ουσιαστικό.
Από τη “Μποέμ” όπερα που θα ανοίξει τις πύλες του μέχρι τις συναυλίες και τις βραδιές ποίησης (που τιμούν το Σεφέρη), το Φεστιβάλ Επταπυργίου γίνεται ένα φρούριο φωτιάς μέσα στα τείχη της ιστορίας. Σε μια αποκλειστική, άκρως ενδιαφέρουσα συνέντευξη, οι 2 επικεφαλής και εμπνευστές του θεσμού μοιράζονται μαζί μας τα οράματα, τις προκλήσεις, τις επιλογές και τα συναισθήματα που κρύβονται πίσω από κάθε νότα, στίχο και στιγμή που θα ζήσουμε κάτω από τον καλοκαιρινό ουρανό της πόλης. Γιατί, όταν η πέτρα του Επταπυργίου αγαλλιάσει τον έρωτα, τότε κάτι μαγικό συμβαίνει…και μας προσκαλεί να το απολαύσουμε.
Ερωτήσεις στον Θανάση Κολαλά
Το φετινό 8ο Φεστιβάλ Επταπυργίου ανοίγει τις φτερούγες του στον Έρωτα! Πώς γεννήθηκε η ιδέα αυτή;
Η επιλογή του Έρωτα ως κεντρικού άξονα προέκυψε από την ανάγκη να αναδειχθεί μια βαθιά και οικουμενική ανθρώπινη εμπειρία, που διαπερνά όλες τις μορφές τέχνης και ενώνει διαφορετικές αισθητικές. Στο Φεστιβάλ, ο έρωτας δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως ρομαντικό συναίσθημα, αλλά ως δύναμη που δίνει νόημα στην ύπαρξη και κινητοποιεί τη δημιουργία. Η τρυφερότητα και η δραματουργική ένταση του έργου του Τζάκομο Πουτσίνι συναντούν ιδανικά τον ιστορικό και φορτισμένο χώρο του Επταπύργιο, όπου η προσωπική ιστορία των ηρώων αποκτά μια βαθύτερη, σχεδόν διαχρονική διάσταση μέσα από τη μνήμη του τόπου.
Γιατί επιλέξατε τη «Μποέμ» ως κεντρική παραγωγή;
Η «Μποέμ» αποτελεί ένα από τα πιο εμβληματικά και αγαπημένα έργα του λυρικού ρεπερτορίου, με εξαιρετική μουσική και βαθιά ανθρώπινη δραματουργία. Η επιλογή της σχετίζεται τόσο με τη διαχρονική της δύναμη όσο και με την ανάγκη να επιστρέψει στο κοινό της Θεσσαλονίκης, μετά από χρόνια απουσίας. Είναι ένα έργο που μιλά άμεσα για τη νιότη, τα όνειρα, τη φτώχεια και τον έρωτα, στοιχεία που αγγίζουν ιδιαίτερα το σημερινό κοινό. Παράλληλα, διαθέτει μια συγκινησιακή αμεσότητα που μπορεί να μετατρέψει τις καλοκαιρινές βραδιές σε μια βαθιά βιωματική εμπειρία.
Πώς προσαρμόσατε την όπερα στον χώρο του Επταπυργίου;
Η προσαρμογή βασίστηκε σε μια σύγχρονη σκηνοθετική ματιά, με στόχο να φέρει την ιστορία πιο κοντά στον σημερινό θεατή. Τα σκηνικά είναι λιτά και μεταφέρουν τη δράση σχεδόν στο σήμερα, διατηρώντας όμως τον πυρήνα του έργου αναλλοίωτο. Ο ίδιος ο χώρος του Επταπυργίου λειτουργεί ως ενεργός «συνομιλητής», καθώς τα τείχη και η ιστορική του βαρύτητα προσδίδουν ένα επιπλέον επίπεδο νοήματος. Έτσι, η προσωπική ιστορία των ηρώων αποκτά μεγαλύτερη ένταση, μέσα από την αντίθεση με τη διάρκεια και τη μνήμη του μνημείου.
Ποια είναι η καινοτομία της σκηνοθεσίας σας;
Η βασική καινοτομία έγκειται στη μεταφορά της ιστορίας σε ένα σύγχρονο περιβάλλον, που επιτρέπει στο κοινό να αναγνωρίσει τον εαυτό του στους χαρακτήρες. Η σκηνοθετική προσέγγιση δεν επιδιώκει να εντυπωσιάσει επιφανειακά, αλλά να αναδείξει τη διαχρονικότητα του έργου, φωτίζοντας τις ανθρώπινες σχέσεις και τις υπαρξιακές αγωνίες. Μέσα από αυτή τη ματιά, η «Μποέμ» δεν παρουσιάζεται ως ένα «μουσειακό» έργο, αλλά ως μια ζωντανή ιστορία που αφορά το σήμερα.
Πώς αποτυπώνεται η ευθραυστότητα του Έρωτα;
Η ευθραυστότητα του έρωτα αποτυπώνεται κυρίως μέσα από την έντονη αντίθεση ανάμεσα στην ανεμελιά της νιότης και τη σκληρή πραγματικότητα της ζωής. Ο έρωτας γεννιέται με ένταση, πάθος και αθωότητα, αλλά δοκιμάζεται από τη φτώχεια, την αρρώστια και την απώλεια. Στη σκηνοθετική προσέγγιση, αυτή η μετάβαση αναδεικνύεται με τρόπο άμεσο και ανθρώπινο, ώστε ο θεατής να βιώσει τη συγκίνηση όχι ως κάτι μακρινό, αλλά ως προσωπική εμπειρία.
Ποιες είναι οι κυριότερες προκλήσεις της διοργάνωσης;
Η διοργάνωση ενός τόσο μεγάλου φεστιβάλ σε έναν υπαίθριο ιστορικό χώρο αποτελεί ένα σύνθετο εγχείρημα. Απαιτείται ο συντονισμός εκατοντάδων καλλιτεχνών και συντελεστών, καθώς και η προσαρμογή των παραγωγών στις ιδιαίτερες συνθήκες του μνημείου. Παράλληλα, η μεγαλύτερη πρόκληση είναι να διατηρηθεί η ποιότητα, η φροντίδα στη λεπτομέρεια και η ανθρώπινη διάσταση της δημιουργίας, ώστε κάθε παράσταση να παραμένει μια αυθεντική εμπειρία και όχι απλώς ένα οργανωτικό αποτέλεσμα.
Σε ποιο βαθμό έχει αλλάξει το Φεστιβάλ την πολιτιστική ανάσα της πόλης;
Το Φεστιβάλ έχει συμβάλει ουσιαστικά στη διαμόρφωση μιας νέας πολιτιστικής δυναμικής στη Θεσσαλονίκη, ενισχύοντας την τοπική δημιουργία και δίνοντας χώρο σε καλλιτέχνες της πόλης. Δεν λειτουργεί απλώς ως χώρος φιλοξενίας, αλλά ως ενεργό κύτταρο παραγωγής πολιτισμού, που δημιουργεί εμπειρία, γνώση και καλλιτεχνική ταυτότητα. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, αποδεικνύεται ότι η πόλη μπορεί να παράγει υψηλού επιπέδου έργο και να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της στον σύγχρονο πολιτιστικό χάρτη.




