Ημερομηνία Δημοσίευσης: 11/05/2026
Η αποτυχία ως πράξη απελευθέρωσης: Η Μαρία Μανάση μιλά για το “Σαράντα Πλας”
Τι συμβαίνει όταν οι προσδοκίες της νεότητας συγκρούονται με την πραγματικότητα της μέσης ηλικίας; Σε μια εποχή που η «επιτυχία» μοιάζει με υποχρεωτικό φίλτρο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η παράσταση «Σαράντα Πλας | Ένα θέατρο ντοκουμέντο για την αποτυχία» έρχεται να ανατρέψει το αφήγημα. Μέσα από τη διοργάνωση της Ανοιχτής Θεατρικής Σκηνής της Πόλης 2026, το Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης φιλοξενεί μια δουλειά που δεν βασίζεται σε φανταστικά σενάρια, αλλά στην ωμή, συχνά αστεία και άλλοτε συγκινητική αλήθεια των ανθρώπινων ματαιώσεων.
Στο επίκεντρο αυτής της σκηνικής έρευνας βρίσκεται η ηθοποιός Μαρία Μανάση. Με αφοπλιστική ειλικρίνεια και το θάρρος που απαιτεί το θέατρο ντοκουμέντο, η Μαρία δανείζει τη φωνή της σε ιστορίες ανθρώπων που «δεν τα κατάφεραν» σύμφωνα με τα κοινωνικά πρότυπα, αλλά κατάφεραν κάτι πολύ σημαντικότερο: να παραμείνουν αληθινοί.
Σήμερα, την φιλοξενούμε για να μιλήσουμε για το βάρος των σαράντα ετών, τη γοητεία του να αποτυγχάνεις με το κεφάλι ψηλά και τη διαδικασία μετατροπής των προσωπικών μαρτυριών σε τέχνη.
Πείτε μας δυο λόγια για την παράσταση «Σαράντα Πλας | Ένα θέατρο ντοκουμέντο για την αποτυχία» που θα παρουσιαστεί στο Θέατρο Τεχνών Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο της Ανοιχτής Σκηνής της Πόλης 2026.
Είναι μία προσπάθεια να μιλήσουμε για το πως είναι να είσαι σήμερα σαράντα πλας. Αυτοσαρκαστικά, κωμικά και ζοφερά ταυτόχρονα – σ’ ένα σκηνικό σύμπαν που ο ρεαλισμός εξαιρείται προσωρινά αλλά η αλήθεια επιχειρεί να παραμείνει παρούσα. Για μένα είναι μια δουλειά πολύ τρυφερή, συγκινητική αλλά και πραγματιστική από κάθε άποψη – είναι ένας αγώνας που δίνουμε και στη ζωή αυτός – εδώ στα σαράντα που βρισκόμαστε. Να ζήσουμε και να δημιουργήσουμε σ’ έναν κόσμο αδυσώπητα σκληρό και απρόβλεπτο χωρίς να σκληρύνουμε.
Πώς είναι για έναν ηθοποιό να διαχειρίζεται πραγματικές μαρτυρίες και γεγονότα αντί για έναν αμιγώς μυθοπλαστικό ρόλο; Πόσο αλλάζει η ευθύνη απέναντι στο κοινό;
Υπάρχει αυτή περιοχή όταν προσεγγίζεις έναν ρόλο με αυτό τον τρόπο – πολύ θολή – το που τοποθετείται ο ρόλος, η μαρτυρία, εσύ …όλα ανακατεύονται και όσο περισσότερο ψάχνεις τόσο πιο θολό γίνεται το νερό. Η σύνδεση με την πραγματικότητα στο θέατρο δεν γίνεται σε κρυστάλλινα νερά – πρέπει να δεχτείς ότι θα βουτήξεις σε θολά νερά – θα επιμείνεις να ψάχνεις στα τυφλά πριν βρεις ένα έστω μικρό κομμάτι που μπορεί να αποδώσει θραύσματα πραγματικής ζωής ή συλλογικής μνήμης στη σκηνή.
Πιστεύω όμως ότι το κοινό μπορεί να δει με μεγαλύτερο ενδιαφέρον την πραγματικότητα πάνω στη σκηνή από ότι στη ζωή. Η σκηνή είναι το μαγικό αυτό μέρος που επιτρέπει στους ανθρώπους να κοιτάξουν με την καρδιά ανοιχτή αυτό που στη ζωή θα απέφευγαν – και στην περίπτωση του ντοκουμέντου – της μαρτυρίας αυτό έχει ιδιαίτερη αξία. Γιατί μας επιτρέπει ν’ αντέξουμε να κοιτάξουμε και μάλιστα από κοινού – τον κόσμο στον οποίο ζούμε.
Και ναι η ευθύνη για το που θα στραφούν τα βλέμματα και οι καρδιές είναι μεγάλη.
Το “Σαράντα Πλας” βασίζεται στην αποτυχία. Πώς συλλέχθηκε το υλικό της παράστασης και ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση στο να μεταφέρετε αυτές τις ιστορίες στη σκηνή;
Ο Χάρης δούλεψε ξεχωριστά αρχικά – θα έλεγα προσωπικά – με την καθεμιά / ένα μας . Με – προσωπική κουβέντα – που στην περίπτωση μας είναι απολύτως φυσική – καθώς γνωριζόμαστε πολύ καλά χτίστηκε ένα πάρε δώσε για να καταλήξουμε στα κείμενα της παράστασης. Το κείμενο ολοκληρώθηκε αφού βρεθήκαμε όλοι μαζί πια – και ειλικρινά ήταν για μένα αποκαλυπτική η πρώτη φορά που άκουσα τα υπόλοιπα κείμενα. Δουλέψαμε διαφορετικά αλλά με συνάφεια και ταχύτητα. Ήταν μια πολύ προσωπική διαδικασία για μένα – και σε μεγάλο κομμάτι ένιωθα πως πήγαινα με τα μάτια κλειστά – κι εμπιστοσύνη μόνο.
Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν να εστιάσω στο κομμάτι της γενικότητας – που είναι τόσο μεγάλη και χαοτική σαν πεδίο – μ’ έναν τρόπο που δεν θα είναι προφανής ή στερεοτυπικός. Κι όλο αυτό μέσα από μια πολύ προσωπική ιστορία που θα μπορεί να αφορά την γενιά μου – πιο συνολικά. Είναι μια πρόκληση όμως που την νιώθω πολύ δική μου – και νιώθω ευγνωμοσύνη που την μοιράζομαι με αγαπημένους ανθρώπους και συνεργάτες.
Τι σημαίνει τελικά “αποτυχία” μετά τα σαράντα; Είναι ένα κοινωνικό κατασκεύασμα ή μια εσωτερική υπαρξιακή κρίση που όλοι καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε;
Για μένα αποτυχία είναι να μην αποδέχεσαι την αποτυχία σου με ειλικρίνεια και συμπόνια. Κοινωνικό κατασκεύασμα είναι η επιτυχία, ναι .. Δεν είναι όμως όλοι οι μη επιτυχημένοι άνθρωποι – απλά αποτυχημένοι.
Την αποτυχία την ορίζουμε πιο προσωπικά – επειδή την βιώνουμε ή όχι.
Πιστεύω βαθιά ότι η αποτυχία πρέπει να παραμείνει στα χέρια μας σαν βίωμα – πρέπει να διεκδικούμε το δικαίωμα μας να αποτυγχάνουμε.
Το μεγάλο υπαρξιακό ερώτημα παραμένει αν μπορούμε να αναγνωρίσουμε τα λάθη μας και εμάς μέσα από αυτά – αν υπάρχουν επανορθωτικά πλαίσια – που μας επιτρέπουν να μαθαίνουμε από τα λάθη. Όχι μόνο σαν νεαρά άτομα αλλά και σαν μεσήλικες – σε κάθε ηλικία. Η κρίση μέσης ηλικίας εκεί στα σαράντα έρχεται γιατί νιώθουμε ότι δεν έχουμε πια χρόνο για λάθη – και συνήθως πέφτουμε με τα μούτρα στο λάθος για να νιώσουμε πάλι νέοι. Η πιο σκληρή αποτυχία όμως προκύπτει από την φαντασίωση μιας αλάθητης ωριμότητας.
Γιατί επιλέχθηκε το όριο των 40; Είναι η δεκαετία που η κοινωνία “απαιτεί” από εμάς να είμαστε πλέον επιτυχημένοι και τακτοποιημένοι;
Διαγενεακά οι άνθρωποι αρέσκονται να μιλάνε για τα παιδικά και τα εφηβικά τους χρόνια ή την νεότητα γενικά. Ο στόχος είναι να μιλήσουμε για τα σαράντα επιχειρώντας μια εξαίρεση. Αλλά όχι γενικά, να μιλήσουμε για τα δικά μας σαράντα.
Είμαστε μια γενιά πολύ ιδιαίτερη πιστεύω. Έχουμε περίεργη σχέση με τον χρόνο. Ανατραφήκαμε τη δεκαετία του 80 – μέσα σε μια παροξυσμική πλεονεξία για να προσγειωθούμε στην ενήλικη ζωή εν μέσω απανωτών κοινωνικών, οικονομικών, πολιτισμικών κρίσεων. Συνεπώς είμαστε τερατωδώς προσαρμοστικοί. Είμαστε μια γενιά που δεν κατάφερε καμία συλλογική αλλαγή γιατί συνεχώς αλλάζει τον εαυτό της.
Σήμερα στα σαράντα μας είμαστε υποχρεωμένες/οι να φαινόμαστε νέοι – θα δουλέψουμε αλώστε άλλα 25 χρόνια δεν γίνεται να έχουμε από τώρα άσπρα μαλλιά ή φαλάκρα.
Έπειτα αν έχουμε παιδιά ή ανίψια θέλουμε να είμαστε και κολλητοί των παιδιών – να τα καταλαβαίνουμε όλα – και κυρίως την τεχνολογία – αφομοιώνουμε ασταμάτητα το νέο για να παραμείνουμε νέοι.
Νεότατοι μεσήλικες, κατάκοποι νέοι και φυσικά ολομόναχοι.
Στο παραδοσιακό δίλημμα των σαράντα πλας δουλειά ή οικογένεια άλλωστε η γενιά μας υπέστη προοδευτικό σοκ. Ούτε δουλειά, ούτε οικογένεια. Δεν το κάναμε από επιλογή, αλλά αποτύχαμε. Η εργασιακή επισφάλεια, η μοναξιά, η μονογονεϊκότητα είναι πια ο κανόνας. Έχει πολύ ενδιαφέρον να μιλήσουμε για όλο αυτό – είμαι σίγουρη ότι αφορά πολύ κόσμο.
Φεύγοντας από την αίθουσα, τι θα θέλατε να έχει πάρει μαζί του ο θεατής;
Να πάρει θάρρος και να κοιτάξει δίπλα του. Να αναγνωρίσει άφοβα τα λάθη που θα τον φέρουν κοντά με τους άλλους.
Πώς ήταν η συνεργασία σας με την εταιρεία θεάτρου αντίρρηση;
Όλη η συνεργασία είναι εξαιρετική. Οικειότητα και επαγγελματισμός σε πολύ σωστές αναλογίες – ένα πολύ υποστηρικτικό περιβάλλον. Τα παιδιά στο Θέατρο Αντίρρηση κάνουν φοβερή δουλειά σε πολλά επίπεδα σε αυτή την πόλη ούτως ή άλλως. Είναι μεγάλη μου χαρά αυτή η συνεργασία.
Πόσο σημαντικό είναι για τους καλλιτέχνες της Θεσσαλονίκης να υπάρχουν τέτοιοι θεσμοί που δίνουν βήμα σε πειραματικές και ερευνητικές δουλειές όπως το “Σαράντα Πλας”;
Το να μένεις στη Θεσσαλονίκη και να ασχολείσαι επαγγελματικά με τις τέχνες είναι μια πρόκληση από μόνο του. Το υποστηρικτικό πλαίσιο από τους θεσμούς όπως η Ανοιχτή Σκηνή της Πόλης είναι απολύτως αναγκαίο να υπάρχει αλλά και να διευρύνεται. Οι θεσμοί αυτοί είναι μια ανάσα πολύ σημαντική. Πιστεύω όμως ότι είναι αναγκαίο να διευρυνθούν παρόμοια θεσμικά πλαίσια. Είναι ζωτικό ζήτημα για τη δημιουργική ζωή της πόλης.
Περισσότερα για την παράσταση “Σαράντα Πλας | Ένα θέατρο ντοκουμέντο για την αποτυχία”



