Ημερομηνία Δημοσίευσης: 30/03/2026
Σπυρέλα Γενιτσαρίδου & Ζωή Λάη: “Αν έπρεπε να περιγράψουμε την παράσταση με τρεις λέξεις, θα λέγαμε: αλλόκοτη, απόκοσμη, τολμηρή.”
Στην καρδιά της Θεσσαλονίκης, εκεί που το αστικό τοπίο συναντά τη θεατρική αναζήτηση, το Θέατρο Τεχνών υποδέχεται μια παράσταση που υπόσχεται να ταράξει τα νερά της φετινής Ανοιχτής Θεατρικής Σκηνής της Πόλης. Το “La Mano de Dios (Το Χέρι του Θεού)” δεν είναι απλώς μια αναφορά σε έναν ποδοσφαιρικό θρύλο, αλλά μια βαθιά βουτιά στις ανθρώπινες σχέσεις, το τυχαίο και τη δύναμη της στιγμής που αλλάζει τα πάντα.
Στο επίκεντρο αυτής της σκηνικής διαδρομής βρίσκονται δύο από τις πιο ενδιαφέρουσες παρουσίες της νέας γενιάς του θεάτρου μας: η Σπυρέλα Γενιτσαρίδου και η Ζωή Λάη. Με μια χημεία που χτίστηκε μέσα από εντατικές πρόβες και μια κοινή αισθητική αντίληψη, οι δύο πρωταγωνίστριες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στο ρεαλισμό και τον συμβολισμό, κάτω από το άγρυπνο βλέμμα μιας “θείας παρέμβασης” που ορίζει το παιχνίδι της ζωής.
Λίγο πριν την πρεμιέρα, μας μιλούν για το έργο “La Mano de Dios (Το Χέρι του Θεού), την πρόκληση της συνεργασίας τους & για την συμμετοχή τους στην Ανοιχτή Θεατρική Σκηνή της Πόλης 2026.
Πώς προέκυψε η συνεργασία σας για το “La Mano de Dios (Το χέρι του Θεού)”;
Η παράσταση La Mano de Dios (Το Χέρι του Θεού) υπήρξε αρχικά η κοινή μας διπλωματική υποκριτικής στο Τμήμα Θεάτρου του Α.Π.Θ.. Ξεκινήσαμε μαζί το ταξίδι μας στη σχολή, περάσαμε την ίδια χρονιά στην κατεύθυνση υποκριτικής και επιλέξαμε να κλείσουμε αυτόν τον κύκλο μαζί, δημιουργώντας, σε συνεργασία με την ομάδα μας, αυτήν την παράσταση. Από πολύ νωρίς, η σκέψη μας ήταν να φτιάξουμε κάτι ξεχωριστό, κάτι που θα μπορούσε να σταθεί εκτός σχολής και να γίνει ο τρόπος να συστηθούμε ακόμα καλύτερα με το κοινό της πόλης.
Υπάρχει κάποιο στοιχείο στον χαρακτήρα της μίας που συμπληρώνει την άλλη κατά τη διάρκεια της πρόβας;
Αυτό που ανακαλύψαμε μέσα από αυτή τη συνεργασία είναι ότι έχουμε έναν πολύ κοινό πυρήνα, απλώς τα χαρακτηριστικά μας εκφράζονται κάθε φορά διαφορετικά. Για παράδειγμα, μπορεί τη μία στιγμή να έρχεται μπροστά η δημιουργικότητα ή ο αυθορμητισμός της μίας, και την άλλη να αναλαμβάνει η άλλη να δώσει δομή, συγκέντρωση ή μια αίσθηση σταθερότητας. Ή να υπάρχει μια εναλλαγή ανάμεσα στην εξωστρέφεια και την παρατήρηση, στην παρόρμηση και την επεξεργασία.
Όλα αυτά τα στοιχεία υπάρχουν και στις δύο, αλλά «μετακινούνται» — ανάλογα με τη στιγμή ή τη συνθήκη, μπορεί η μία να τα φέρνει πιο μπροστά και η άλλη να ακολουθεί. Οπότε δεν είναι ότι η μία έχει κάτι που λείπει από την άλλη. Περισσότερο είναι μια συνεχής ανταλλαγή — μια δυναμική σχέση, όπου η μία συμπληρώνει την άλλη ακριβώς επειδή μοιράζονται την ίδια βάση, αλλά τη φωτίζουν από διαφορετικές πλευρές. Και αυτό τελικά δημιουργεί μια ισορροπία που δεν είναι στατική, αλλά εξελίσσεται.
Ο τίτλος παραπέμπει στον Μαραντόνα. Πόσο “ποδοσφαιρικό” είναι τελικά το έργο και πόσο αφορά την υπαρξιακή αναζήτηση της “θείας παρέμβασης” στη ζωή μας;
Ο τίτλος πράγματι συνομιλεί με την ιστορία του Diego Maradona και το «χέρι του Θεού», αλλά περισσότερο ως αφετηρία και ως σύμβολο, παρά ως κυριολεκτική αναφορά στο ποδόσφαιρο. Αυτό που μας ενδιέφερε ήταν η ιδέα πίσω από αυτή τη στιγμή. Υπάρχει, βέβαια, μια δραματουργική σύνδεση που προσπαθούμε να διατηρούμε σαν μια νοητή γραμμή μέσα στο έργο — σχεδόν σαν ένα μικρό «κλείσιμο του ματιού» προς τον θεατή, μια υπενθύμιση αυτής της αφετηρίας.
Αυτό που τελικά μας απασχολεί είναι αυτή η πολύ λεπτή γραμμή ανάμεσα στο τυχαίο και στο συνειδητό, στο «θεϊκό» και στο βαθιά ανθρώπινο. Το «χέρι του Θεού» για εμάς γίνεται κάπως αλληγορικά το χέρι του ίδιου του ανθρώπου — η στιγμή που αποφασίζει να παρέμβει στη ζωή του, να πάρει θέση και να διεκδικήσει κάτι, αντί να αφεθεί στη μοίρα. Στην ουσία, η παράσταση αφορά περισσότερο την υπαρξιακή ανάγκη του ανθρώπου να πιστέψει ότι μπορεί να αλλάξει την πορεία του — είτε το ονομάσει τύχη, είτε Θεό, είτε προσωπική ευθύνη.
Πώς προσεγγίζετε τις έννοιες της τύχης και του πεπρωμένου που διαπνέουν την παράσταση;
Η τύχη και το πεπρωμένο υπάρχουν πολύ έντονα στον κόσμο της παράστασης, αλλά περισσότερο σαν κάτι που βαραίνει τους ήρωες, παρά σαν κάτι που αποδέχονται παθητικά. Οι χαρακτήρες ξεκινούν από μια συνθήκη που δεν έχουν επιλέξει — ένα πλαίσιο που τους έχει δοθεί — και μέσα σε αυτό προσπαθούν να βρουν χώρο να κινηθούν.
Αυτό που μας ενδιέφερε είναι ακριβώς αυτή η ένταση: μέχρι ποιο σημείο κάτι είναι «γραμμένο» και από πού και μετά αρχίζει η προσωπική ευθύνη και η επιθυμία. Κάπου εκεί οι ηρωίδες αρχίζουν να παίρνουν πολύ ενεργές — ίσως και ακραίες — αποφάσεις, διεκδικώντας τον έλεγχο της ζωής τους.
Η παράσταση, ωστόσο, προσεγγίζει όλα αυτά μέσα από το πρίσμα της μαύρης κωμωδίας, όπου το τραγικό και το κωμικό συνυπάρχουν διαρκώς. Ακόμα και οι πιο σκοτεινές, τραγικές στιγμές προσεγγίζονται με χιούμορ και μέσα από μια κωμικοτραγική ματιά που μετατοπίζει την ένταση και φωτίζει διαφορετικά τις έννοιες της τύχης και του πεπρωμένου.
Οπότε η τύχη δεν είναι κάτι ουδέτερο· είναι κάτι που συνεχώς αμφισβητείται και ανατρέπεται. Και το πεπρωμένο δεν παρουσιάζεται ως μια τελική κατάληξη, αλλά ως κάτι που διαμορφώνεται μέσα από τις πράξεις — ακόμα κι όταν αυτές κινούνται στα όρια του παράδοξου ή του υπερβατικού.
Τι σημαίνει για εσάς η συμμετοχή σε έναν θεσμό όπως η Ανοιχτή Θεατρική Σκηνή της Πόλης 2026;
Η συμμετοχή μας στην Ανοιχτή Θεατρική Σκηνή 2026 είναι μια πολύ ουσιαστική ευκαιρία έκθεσης και διαλόγου. Ερχόμαστε από μια διαδικασία που ξεκίνησε πιο εσωτερικά, ως διπλωματική εργασία, και τώρα έχουμε τη δυνατότητα να τη φέρουμε μπροστά σε ένα ευρύτερο κοινό και να δούμε πώς επικοινωνεί έξω από το «ασφαλές» πλαίσιο μέσα στο οποίο γεννήθηκε.
Παράλληλα, είναι πολύ σημαντικό ότι βρισκόμαστε δίπλα σε άλλες ομάδες και καλλιτέχνες — υπάρχει μια αίσθηση συνύπαρξης και ανταλλαγής που μας ενδιαφέρει πολύ. Είναι σαν ένα άνοιγμα: και προς το κοινό, αλλά και προς το ίδιο το έργο, που συνεχίζει να εξελίσσεται.
Πιστεύετε ότι το κοινό της Θεσσαλονίκης έχει μια ιδιαίτερη “γλώσσα” επικοινωνίας με το θέατρο;
Η Θεσσαλονίκη έχει ένα κοινό πολύ ζωντανό και ανοιχτό σε θεατρικές προτάσεις. Νιώθεις ότι παρακολουθεί με αληθινό ενδιαφέρον, συμμετέχει και ανταποκρίνεται ουσιαστικά, ακόμη και όταν μια δουλειά κινείται σε πιο αλληγορικά ή υπερβατικά πεδία. Υπάρχει μια διάθεση να αφεθεί, να εμπλακεί και να συνομιλήσει με αυτό που βλέπει, κάτι που για εμάς είναι πολύτιμο. Είναι ένα κοινό που ξέρει τι θέλει και μπορεί να είναι αρκετά απαιτητικό, αλλά αυτό μας προκαλεί να δίνουμε τον καλύτερό μας εαυτό και να προσπαθούμε συνεχώς να δημιουργούμε έναν ουσιαστικό διάλογο μαζί του.
Ιδιαίτερα για νέες ομάδες όπως η δική μας, η παρουσία και η ανοιχτότητα του κοινού κάνουν τη θεατρική εμπειρία ακόμα πιο ζωντανή και ουσιαστική.
Ποια ήταν η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίσατε κατά την προετοιμασία στο Θέατρο Τεχνών;
Η μεγαλύτερη πρόκληση κατά την προετοιμασία για την Ανοιχτή Σκηνή ήταν η ίδια η φύση της διαδικασίας: πρόκειται για μια ολοκληρωτικά ανεξάρτητη παραγωγή που δημιουργούμε και στηρίζουμε ως ομάδα. Αυτό σημαίνει να συνδυάζουμε πολλές παράλληλες διαδικασίες — οργάνωση παραγωγής, στήσιμο, προσαρμογή σε έναν νέο χώρο, επικοινωνία της παράστασης — και ταυτόχρονα να βρίσκουμε τον χρόνο και την ενέργεια να είμαστε παρούσες και δημιουργικές και ως ηθοποιοί επί σκηνής.
Ακριβώς επειδή έχουμε αποφοιτήσει από το Τμήμα Θεάτρου, έχουμε αποκτήσει τα εφόδια να δουλεύουμε πολυδιάστατα και ομαδικά μέσα σε αυτόν τον χώρο — όχι μόνο στην υποκριτική, αλλά και σε όλα τα άλλα κομμάτια μιας παράστασης. Η διαδικασία της διπλωματικής μας είχε ήδη στοιχεία μιας ανεξάρτητης παραγωγής, απλώς μέσα σε πιο «ασφαλή» πλαίσια. Τώρα, με αυτά τα εφόδια, αναλαμβάνουμε τη διαδικασία πλήρως και αυτό ακριβώς κάνει την όλη εμπειρία τόσο απαιτητική όσο και δημιουργική.
Αν έπρεπε να περιγράψετε την παράσταση με τρεις λέξεις, ποιες θα ήταν αυτές;
Αν έπρεπε να περιγράψουμε την παράσταση με τρεις λέξεις, θα λέγαμε: αλλόκοτη, απόκοσμη, τολμηρή. Αλλόκοτη, γιατί «ξεβολεύει» τον θεατή και τον φέρνει αντιμέτωπο με το παράξενο και το γκροτέσκο στοιχείο της. Απόκοσμη γιατί κινείται πέρα από τα συνηθισμένα, αγγίζει το μεταφυσικό, τη μοίρα και το πεπρωμένο. Τολμηρή, γιατί τολμά να πειραματιστεί, να πάρει ρίσκα στη σκηνική έκφραση και να προκαλέσει το κοινό, κρατώντας το συναρπαστικά μέσα στον κόσμο της.
Ποια είναι τα όνειρα & τα σχέδιά σας για το μέλλον;
Μετά από αυτό το ανέβασμα, που είναι για την παράσταση αυτή το πρώτο άνοιγμα σε πιο ευρύ κοινό, θα θέλαμε να συνεχίσουμε σε αυτό το μονοπάτι και να ταξιδέψει η παράσταση όσο περισσότερο γίνεται, εντός και εκτός πόλης. Ταυτόχρονα, ευχόμαστε να καταφέρουμε να υποστηρίξουμε καλλιτεχνικά την εξέλιξη της τοπικής θεατρικής σκηνής, δημιουργώντας νέες συνεργασίες και προσεγγίζοντας το κοινό της πόλης με φρέσκες και τολμηρές προτάσεις.
Περισσότερα για την παράσταση “La Mano de Dios (Το Χέρι του Θεού)”








