Ημερομηνία Δημοσίευσης: 30/12/2014
Γλυκερία Καλαϊτζή: Σκηνοθέτης – Λέκτορας – Διευθύντρια Θεάτρου “Passatempo”
Η Σκηνοθέτιδα της “Προδοσίας”
“Η Τέχνη δεν είναι πολυτέλεια! Είναι ανάγκη! Ανάγκη ψυχής!
Μια εκ των πλέον σημαντικών σύγχρονων σκηνοθετών, η Γλυκερία Καλαϊτζή – απόφοιτη ελληνικής φιλολογίας του Α.Π.Θ. με Διδακτορικό δίπλωμα στον τομέα της θεατρολογίας – καθηγήτρια στο τμήμα θεάτρου του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου, θα έρθει σε επαφή με την τέχνη του θεάτρου με αφορμή μια πρόβα της Πειραματικής Σκηνής Τέχνης – όντας φοιτήτρια – και έκτοτε θα διανύσει μια επιτυχημένη και βαρύνουσας σημασίας θεατρική πορεία που μετρά πλήθος επιλεκτικών συνεργασιών μέχρι και σήμερα!
Η διαδρομή της στην τέχνη θα στιγματιστεί κυρίως με την επί σειρά ετών συνεργασία της με την Πειραματική τέχνη και το Κρατικό Θέατρο για να ακολουθήσει η συνεργασία με τα Δ.Η.ΠΕ.ΘΕ Σερρών και Καβάλας, ενώ θα σκηνοθετήσει έργα κορυφαίων σύγχρονων συγγραφέων, όπως Πίντερ, Λόρκα, Τσέχοφ, Μπέρχαρντ, Μάουερ, Γκίνες, Ντοστογιέφσκι, Καμπανέλλη, Θέμελη, Μιχαηλίδη και άλλους.
Η καταξιωμένη σκηνοθέτιδα θα προσδιορίσει μέσα από το ταξίδι της στην τέχνη του θεάτρου, το ταξίδι στο όνειρο, το όραμα, την αξία της ομαδικής δουλειάς, την σημασία να παλεύει κανείς και να συγκρούεται ή να διαφωνεί με πράγματα ασύνδετα με την επιβίωσή του, αλλά συνδεδεμένα βαθιά με τη ζωή του!
Κι αυτό, διότι – όπως ενστερνίζεται – η τέχνη δεν αποτελεί πολυτέλεια, αλλά ανάγκη ή ακόμη καλύτερα ανάγκη ψυχής!
Πώς προέκυψε στη ζωή σας η σκηνοθεσία και δη στο θέατρο, κυρία Καλαϊτζή;
Θα έλεγα τυχαία, αλλά δεν θα ήταν όλη η αλήθεια. Από μικρή με ενδιέφερε ο χώρος του θεάματος. Ήμουν παθιασμένη με τον κινηματογράφο. Ξημεροβραδιαζόμουν στη σκοτεινή αίθουσα. Και κάπου εκεί στην εφηβεία μου, όταν οι περισσότεροι τρελαίνονται, εγώ σοβάρεψα κι αποφάσισα να γίνω φιλόλογος. Φαίνεται όμως ότι η ζωή είχε άλλα σχέδια για μένα, καθώς στα φοιτητικά μου χρόνια ήρθα σε επαφή με την κουζίνα, όπως λέμε του θεάτρου, παρακολουθώντας πρόβες στην τότε νεανική Πειραματική Σκηνή της “Τέχνης”. Αυτό ήταν θα έλεγα η αιτία και η αφορμή.
Γιατί επιλέξατε τον Πίντερ και μάλιστα το συγκεκριμένο αυτό έργο;
Η πρόταση για την “Προδοσία” του Πίντερ ήρθε από τον ίδιο το Γιάννη Βούρο και μάλιστα την πρώτη χρονιά που ανέλαβε ως καλλιτεχνικός διευθυντής τους ΚΘΒΕ. Για τεχνικούς λόγους όμως, η παράσταση αναβλήθηκε για την έναρξη της φετινής σεζόν.
Με αφορμή τη σκηνοθεσία σας στην “Προδοσία”, θα θέλαμε να μας δώσετε το στίγμα της, καθώς και την ταυτότητα της!
Αγάπη για το θέατρο, γι’ αυτή τη ζωντανή δημιουργία, και αγάπη για τα κείμενα.
Ποια η σκηνοθετική σας προσέγγιση και το σκηνοθετικό σας “εύρημα” σ’ αυτήν;
Δεν θα έλεγα ότι υπάρχει κάποιο ιδιαίτερο “εύρημα”. Αυτό που με ενδιέφερε ήταν να φανεί η πολυπλοκότητα των σχέσεων, αλλά και το παιχνίδι που μας παίζει ο χρόνος.
Πώς αποδίδεται σκηνοθετικά η ανακολουθία του χρόνου στο λόγο του Πίντερ και η γνωστή δυναμική του λόγου του Πίντερ;
Το χρόνο τον είδαμε σαν ένα άλμπουμ φωτογραφιών, κάποιες από τις οποίες τις βλέπουμε να ζωντανεύουν μπροστά μας.
Πού έγκειται η επικαιρότητα και η ιδιαιτερότητα του έργου, πιστεύετε;
Το θέμα της προδοσίας δυστυχώς δε χάνει ποτέ την επικαιρότητά του. Όλοι έχουμε βιώσει προδοσίες: ερωτικές, ηθικές, ιδεολογικές, επαγγελματικές κ.ο.κ. Οι ήρωες του Πίντερ προδίδουν και προδίδονται διαρκώς, όχι όμως επειδή έχουν κακή πρόθεση, αλλά επειδή θέλουν είτε να ικανοποιήσουν το εγώ τους, είτε να πετύχουν κάτι, είτε να προστατευθούν από κάτι.
Ποιο το ζητούμενό σας – στόχος σας ως σκηνοθέτιδας της παράστασης;
Ο στόχος είναι σχεδόν πάντα ίδιος. Στο θέατρο δεν πηγαίνουμε μόνο για να διασκεδάσουμε. Πηγαίνουμε και για να διευρύνουμε και την εμπειρία μας, να συναντηθούμε με ανθρώπους άγνωστους, κι όμως τόσο κοντινούς, τόσο δικούς μας.
Ποιες οι συνάφειες του έργου με τη σημερινή σκοτεινή εποχή της κρίσης που βιώνουμε;
Οι ήρωες του Πίντερ σίγουρα δεν αντιμετωπίζουν κρίσιμα οικονομικά προβλήματα. Καταστρέφουν όμως και καταστρέφονται, επειδή στην ουσία νοιάζονται μόνο για τον εαυτό τους. Η προσωπική τους ικανοποίηση καθορίζει και τις επιλογές τους και στο όνομά της θυσιάζουν κάθε σχέση.
Τι σημαίνει θέατρο για εσάς προσωπικά;
Το θέατρο είναι ένας τόπος βίωσης. Και για τους ηθοποιούς που βρίσκονται πάνω στη σκηνή και για τους θεατές που κάθονται στην πλατεία.
Σε ποιο βαθμό έχει επηρεάσει η οικονομική κρίση το σημερινό ελληνικό θέατρο;
Σε μεγάλο βαθμό. Η κρίση είναι πράγματι ευκαιρία. Είτε για να βγάλει κάποιος εύκολα χρήματα, επενδύοντας σε μεγάλα και συχνά φτηνά θεάματα, με στρατιές τηλεοπτικών αστέρων, είτε για να ξαναδούμε τον ίδιο το ρόλο της θεατρικής τέχνης. Και τα τελευταία χρόνια, ευτυχώς υπάρχει μια νέα γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών που ψάχνει και ψάχνεται. Η εποχή δεν τους βοηθά τώρα, αλλά η δουλειά αυτή πιστεύω ότι στο μέλλον θα αποδώσει καρπούς.
Μπορεί η τέχνη να αποτελέσει αντίδοτο και διέξοδο στους δίσεκτους – δυσοίωνους καιρούς που ζούμε ή θεωρείται πολυτέλεια στη γενικότερη οικονομική ένδεια της εποχής;
Η τέχνη δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ανάγκη. Ανάγκη της ψυχής.
Ως μια καταξιωμένη σκηνοθέτιδα, πώς ατενίζετε το μέλλον της τέχνης στη χώρα μας; Eυοίωνο ή δυσοίωνο;
Δεν είμαι και πολύ αισιόδοξη. Παρ’ όλα τα μεγάλα λόγια που ακούμε κατά καιρούς, η ελληνική πολιτεία ουδέποτε επένδυσε σοβαρά στην τέχνη.
Το επόμενο επαγγελματικό σας βήμα έχει δρομολογηθεί;
Από το φθινόπωρο, μαζί με την ομάδα Passatempo, φτιάξαμε ένα όμορφο θέατρο, το Θέατρο Τ, στη Φλέμινγκ 16. Οι επόμενοι μήνες θα είναι αφιερωμένοι σ’ αυτό.
Ποιο το προσωπικό σας μότο στη ζωή;
“Λιγότερα συνθήματα και πιο πολλή δουλειά”.