Ημερομηνία Δημοσίευσης: 19/10/2026
Μαριαλένα Λιμενοπούλου: “Στη διάρκεια των δοκιμών, η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν να βρω την ισορροπία ανάμεσα στο συναίσθημα και στην υποκριτική διαχείρισή του.”
Υπάρχουν θεατρικά κείμενα που δεν επιδιώκουν απλώς να ψυχαγωγήσουν, αλλά να συγκλονίσουν, να αφυπνίσουν και να φέρουν την κοινωνία αντιμέτωπη με τις πιο σκοτεινές, απωθημένες της αλήθειες. Η παράσταση “HIV – Bloody End”, εμπνευσμένη από την αληθινή και τραγική ιστορία των θυμάτων trafficking και της διαπόμπευσης γυναικών, αποτελεί μια κραυγή διαμαρτυρίας ενάντια στη βία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και τη συλλογική συναινετική σιωπή.
Η Θεατρική Ομάδα Νομικής Α.Π.Θ., συνδέοντας με σπάνια ευαισθησία τη νομική σκέψη με τη θεατρική πράξη, ανεβάζει στο In Situ Stage αυτό το βαθιά πολιτικό και συναισθηματικά φορτισμένο έργο. Φιλοξενούμε σήμερα την ηθοποιό Μαριαλένα Λιμενοπούλου, για να μιλήσουμε για τις προκλήσεις της ενσάρκωσης ενός τόσο σκληρού ρόλου, τη δύναμη του θεάτρου ως μέσου κοινωνικής παρέμβασης, αλλά και την προσωπική της διαδρομή μέσα σε αυτή την ιδιαίτερη καλλιτεχνική προσπάθεια.
Το «HIV – Bloody End» καταπιάνεται με εξαιρετικά σκληρά και επίκαιρα θέματα, όπως το human trafficking, τη σεξουαλική κακοποίηση και τη διαπόμπευση. Πώς ήταν για εσένα η πρώτη επαφή με το κείμενο και πώς διαχειρίστηκες τη συναισθηματική πίεση που αναπόφευκτα γεννά μια τέτοια ιστορία κατά τη διάρκεια των δοκιμών;
Η πρώτη μου επαφή με το κείμενο ήταν αρκετά έντονη. Θυμάμαι πως, όσο το διάβαζα, υπήρχαν στιγμές που ένιωθα την ανάγκη να σταματήσω για λίγο και να επεξεργαστώ όσα είχα μόλις διαβάσει. Αυτό που με συγκλόνισε περισσότερο δεν ήταν μόνο η ίδια η τραγική ιστορία της Επίφανι Γκούντμαν.
Στη διάρκεια των δοκιμών, η μεγαλύτερη πρόκληση για μένα ήταν να βρω την ισορροπία ανάμεσα στο συναίσθημα και στην υποκριτική διαχείρισή του. Γιατί θεωρώ πως, όταν καταπιάνεσαι με ένα τόσο ευαίσθητο θέμα, δεν αρκεί απλώς να συγκινηθείς ή να μεταφέρεις αυτή τη συγκίνηση στο κοινό. Χρειάζεται να κατανοήσεις βαθύτερα τι είναι αυτό που αφηγείσαι και γιατί έχει σημασία να ειπωθεί. Προσπάθησα έτσι να μετατρέψω τη συναισθηματική αυτή φόρτιση σε κάτι δημιουργικό. Να μην παρασυρθώ από την σκληρότητα του κειμένου, αλλά να την αξιοποιήσω ώστε να υπηρετήσω με ειλικρίνεια την παράσταση.
Και νομίζω πως αυτό είναι ένα από τα πιο σημαντικά πράγματα που μου άφησε αυτή η εμπειρία: ότι το θέατρο δεν χρειάζεται πάντα να σου προσφέρει απαντήσεις ή να σε κάνει να αισθάνεσαι άνετα. Μερικές φορές η μεγαλύτερη δύναμή του βρίσκεται ακριβώς στο ότι σε αναγκάζει να αντικρίσεις όσα θα προτιμούσες να αποφύγεις.
Ως μέλος της Θεατρικής Ομάδας Νομικής ΑΠΘ, πώς βλέπεις τη συνάντηση της νομικής επιστήμης με τη θεατρική τέχνη; Πόσο επηρεάζει η ακαδημαϊκή σου ιδιότητα τον τρόπο που προσεγγίζεις έννοιες όπως η δικαιοσύνη, η ενοχή, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η θυματοποίηση πάνω στη σκηνή;
Πιστεύω πως και η νομική επιστήμη και το θέατρο, παρότι φαινομενικά διαφορετικά, έχουν ένα εξαιρετικά σημαντικό και κοινό στοιχείο: τον άνθρωπο. Η Νομική εξετάζει ζητήματα όπως η δικαιοσύνη, η ευθύνη και τα ανθρώπινα δικαιώματα μέσα από νόμους και κανόνες, ενώ το θέατρο μας δίνει τη δυνατότητα να τα προσεγγίσουμε μέσα από το συναίσθημα και την ανθρώπινη εμπειρία.
Η ιδιότητά μου ως φοιτήτριας Νομικής επηρεάζει ουσιαστικά τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζω το έργο, καθώς με ωθεί να αναζητώ πίσω από τα γεγονότα και τη νομική και κοινωνική τους διάσταση. Ειδικά στην ιστορία της Επίφανι Γκούντμαν, προβληματίστηκα ιδιαίτερα γύρω από τις έννοιες της ενοχής και της συλλογικής ευθύνης. Κατά πόσο, δηλαδή, ευθύνονται αποκλειστικά οι δράστες της αδικίας ή, παράλληλα, και η ίδια η κοινωνία, η οποία γνωρίζει, ανέχεται και πολλές φορές επιλέγει να σιωπά. Σημαντική αποτελεί και η διάκριση ανάμεσα στη νομική ευθύνη, που προϋποθέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις καταλογισμού, και στην ηθική ευθύνη που μπορεί να βαρύνει και το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Παράλληλα, το έργο αναδεικνύει τη διαφορά μεταξύ της τυπικής κατοχύρωσης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της ουσιαστικής προστασίας τους στην πράξη, καθώς η ισότητα απέναντι στον νόμο δεν σημαίνει πάντα ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν στην πραγματικότητα τις ίδιες δυνατότητες να προστατευτούν από την αδικία.
Μέσα από τη Νομική έχω μάθει να εξετάζω τέτοια ζητήματα με κριτική σκέψη, αναζητώντας ευθύνες και θέτοντας ερωτήματα. Το θέατρο, όμως, μου δίνει την ευκαιρία να προχωρήσω ένα βήμα παραπέρα και ξεπερνώντας τα στενά όρια της νομικής προσέγγισης της αδικίας, να εστιάσω και στον ίδιο τον άνθρωπο που τη βιώνει. Γιατί τελικά, πίσω από κάθε νομική υπόθεση, κάθε παραβίαση δικαιώματος και κάθε μορφή αδικίας, υπάρχει ένας άνθρωπος και μια ιστορία που αξίζει να ακουστεί.
Το έργο έχει έντονα καταγγελτικό χαρακτήρα, με ατάκες γεμάτες θυμό και διεκδίκηση. Ποιες ήταν οι μεγαλύτερες υποκριτικές προκλήσεις που συνάντησες στην προσπάθεια να δώσεις σάρκα και οστά στον χαρακτήρα σου, χωρίς να πέσεις στην παγίδα του εύκολου διδακτισμού;
Θεωρώ πως η μεγαλύτερη υποκριτική πρόκληση για εμένα ήταν η ίδια η ιδιαίτερη μορφή του έργου. Άλλωστε, δεν υποδυόμαστε την Επίφανι Γκούντμαν ή κάποιο από τα πρόσωπα της ιστορίας της, αλλά προσπαθούμε μέσα από την αφήγηση να αναδείξουμε όσα συνέβησαν και, κυρίως, να προβληματίσουμε το κοινό.
Αυτό από μόνο του ήταν αρκετά απαιτητικό, καθώς έπρεπε να μεταφέρω τη σκληρότητα των γεγονότων χωρίς απαραίτητα να τα αναπαριστώ επί σκηνής. Έπρεπε, ουσιαστικά, να δίνω ένταση και νόημα στον λόγο μου, διατηρώντας παράλληλα μια απόσταση από τα γεγονότα. Ιδιαίτερη πρόκληση για μένα αποτέλεσε και η χρήση της ειρωνείας, καθώς πολλές φορές καλούμουν να αφηγηθώ τραγικά περιστατικά με έναν σχεδόν σαρκαστικό ή αποστασιοποιημένο τρόπο, χωρίς όμως να υποβαθμίζω τη σοβαρότητά τους. Το δυσκολότερο, επομένως, ήταν να βρω την ισορροπία ανάμεσα στον καταγγελτικό χαρακτήρα του έργου και στην αποφυγή του υπερβολικού συναισθηματισμού ή διδακτισμού.
Πιο συγκεκριμένα, η πιο απαιτητική σκηνή για εμένα ήταν αυτή με τον Φίλιππο Γκόλια, ο οποίος, υποδυόμενος τον σκηνοθέτη, με πιέζει να μπω στη θέση της Επίφανι και να κατανοήσω τον συναισθηματικό της κόσμο. Αντιθέτως, εγώ υποδύομαι μια ηθοποιό που αδιαφορεί πλήρως για την ιστορία της, αγανακτεί με το έργο που αναγκάζεται να παίξει και επιθυμεί έναν ρόλο που θα αναδείξει περισσότερο τις δυνατότητές της. Παρότι βαθύτατα συγκινημένη από την ιστορία της Επίφανι, έπρεπε να αποδώσω την απάθεια και την αδιαφορία. Θεωρώ, όμως, πως πολλές φορές η αδιαφορία επί σκηνής αποτελεί ισχυρότερη καταγγελία από την άμεση έκφραση θυμού ή θλίψης.
Η Θεατρική Ομάδα Νομικής ΑΠΘ αναλαμβάνει εξ ολοκλήρου κάθε πτυχή της παραγωγής. Πώς λειτούργησε η συλλογικότητα και η συνεργασία μεταξύ των μελών της ομάδας για να στηριχθεί μια τόσο απαιτητική παράσταση στο In Situ Stage;
Φέτος συμμετέχω για τρίτη χρονιά στη Θεατρική Ομάδα Νομικής, όπως και οι περισσότεροι από τους συντελεστές. Συνεπώς, η διαδικασία της παραγωγής μιας παράστασης δεν μας είναι πλέον άγνωστη. Έχουμε διαμορφώσει έναν τρόπο συνεργασίας που λειτούργησε ήδη από τις πρώτες μας παραστάσεις και πλέον ξέρουμε καλύτερα πώς να οργανώνουμε τις πρόβες, να μοιραζόμαστε τις ευθύνες και να αντιμετωπίζουμε τις πρακτικές δυσκολίες που προκύπτουν. Θα ήθελα, βέβαια, να κάνω ιδιαίτερη μνεία στον σκηνοθέτη μας, Άκι Παπά, ο οποίος, πέρα από τη σκηνοθεσία, ανέλαβε από την εξεύρεση του θεατρικού χώρου μέχρι και τη διευθέτηση των ζητημάτων της παραγωγής, αλλά και στη βοηθό σκηνοθέτη Σύλια Κοντογιάννη, η οποία στήριξε ουσιαστικά την παραπάνω προσπάθεια και συνέβαλε καθοριστικά στον συντονισμό και την προετοιμασία μας.
Αυτό που θεωρώ, όμως, σημαντικότερο είναι ότι είμαστε μια πολύ δεμένη ομάδα. Όλα τα βήματα που κάναμε αυτά τα τρία χρόνια, μέχρι να φτάσουμε να παρουσιάζουμε την παράστασή μας στο In Situ Stage, τα κάναμε μαζί, στηρίζοντας και ενθαρρύνοντας ο ένας τον άλλον και ενισχύοντας τις δυνατότητες του καθενός. Κάποιοι από εμάς έχουμε περάσει και σε δραματικές σχολές και όσα έχουμε καταφέρει σε ατομικό επίπεδο αποτελούν επιστέγασμα ενός κοινού οράματος, ομαδικού κόπου, αλληλοϋποστήριξης, άντλησης συνεχούς έμπνευσης από τα υπόλοιπα μέλη της ομάδας και κοινής εξέλιξης. Πιστεύω πως αυτή η εμπιστοσύνη που έχουμε χτίσει μεταξύ μας είναι και ο βασικός λόγος που μπορούμε να φέρνουμε εις πέρας τόσο απαιτητικές παραγωγές.
Το σημείωμα του έργου θέτει εμφατικά το ζήτημα της συλλογικής ευθύνης και της ενοχής της κοινωνίας απέναντι σε αυτά τα εγκλήματα. Τι θα ήθελες να προβληματίσει περισσότερο τον θεατή την ώρα που σβήνουν τα φώτα της παράστασης;
Πιστεύω πως η μεγαλύτερη δύναμη αυτής της παράστασης έγκειται ακριβώς στο ότι δεν προσπαθούμε να υποδείξουμε στον θεατή τι πρέπει να αισθανθεί ή να σκεφτεί, αλλά να τον προκαλέσουμε να προβληματιστεί και να διαμορφώσει τη δική του στάση απέναντι σε όσα ακούει. Δε θα ήθελα να προκαλέσουμε απλή συγκίνηση για την Επίφανι Γκούντμαν, αλλά να γίνει αντιληπτή και η ευκολία με την οποία οι άνθρωποι συγκινούμαστε χωρίς απαραίτητα να αλλάζουμε στάση και να κάνουμε κάτι γι’ αυτό.
Έτσι, θα ήθελα ο θεατής να μην παραμείνει απλός θεατής, αλλά να προβληματιστεί για το πόσο εύκολα η αδιαφορία, η σιωπή και η ανοχή μας μπορούν να συμβάλουν στη διαιώνιση μιας αδικίας. Να αναρωτηθεί ποια θα ήταν η δική του στάση απέναντι σε μια αντίστοιχη ιστορία και κατά πόσο, ως μέλη της κοινωνίας, έχουμε κι εμείς μερίδιο ευθύνης όταν επιλέγουμε να παραμένουμε απλοί παρατηρητές. Κυρίως, όμως, θα ήθελα να φύγει από την παράσταση έχοντας συνειδητοποιήσει πως πίσω από κάθε είδηση, κάθε δημόσια διαπόμπευση και κάθε κοινωνικό στίγμα υπάρχει ένας άνθρωπος με τη δική του ιστορία, του οποίου η αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα δεν παύουν ποτέ να αξίζουν σεβασμό.
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “HIV – Bloody End”


