Ημερομηνία Δημοσίευσης: 14/10/2026
Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος: «SKG – Στην καρδιά της πόλης», εκεί όπου το γέλιο συναντά τη συγκίνηση
Δύο άνθρωποι, δύο διαφορετικοί κόσμοι, μία πόλη που τους ενώνει. Η Θεσσαλονίκη γίνεται κάτι περισσότερο από σκηνικό στη νέα θεατρική παράσταση «SKG – Στην καρδιά της πόλης», την οποία σκηνοθετεί και ερμηνεύει ο Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος. Γίνεται συνοδοιπόρος, μάρτυρας και, με τον δικό της τρόπο, πρωταγωνίστρια σε δύο ιστορίες που κινούνται ανάμεσα στην κοινωνική πραγματικότητα, το χιούμορ και τις ανθρώπινες αντιφάσεις.
Μέσα από τα έργα «Φυλλάδια αντί στεφάνων» του Παναγιώτη Γκούβερη και «Οι κίτρινες τουλίπες» της Μαρίας Τσιρωνά, δύο φαινομενικά ασύνδετες ζωές ξεδιπλώνονται στους γνώριμους δρόμους της πόλης. Από τον εξαντλημένο άνθρωπο του μεροκάματου μέχρι τον επιτυχημένο δικηγόρο που βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα απρόσμενο προσωπικό φιάσκο, οι ήρωες κουβαλούν τις δικές τους αγωνίες, επιθυμίες και αλήθειες.
Με αφορμή την παράσταση, που παρουσιάζεται στη «Ζώγια – Βιβλίο, Τσάι και Συμπάθεια», ο Κωνσταντίνος Ραβνιωτόπουλος μίλησε στο Thessaloniki City Guide και στον Αθανάσιο Ιορδανίδη για τη σχέση του θεάτρου με την πόλη, τις κοινωνικές αποστάσεις που χωρίζουν τους ανθρώπους, τις απαιτήσεις της ερμηνείας δύο τόσο διαφορετικών χαρακτήρων και τη δύναμη της τέχνης να μας κάνει να κοιτάξουμε λίγο πιο προσεκτικά εκείνους που προσπερνάμε καθημερινά.
Στην παράσταση «SKG – Στην καρδιά της πόλης» συναντιούνται δύο διαφορετικά θεατρικά κείμενα, τα «Φυλλάδια αντί στεφάνων» και οι «Κίτρινες τουλίπες». Τι σας οδήγησε στην επιλογή τους και ποιο ήταν το στοιχείο που σας έκανε να τα συνδυάσετε;
Ακριβώς αυτή η διαφορετικότητα με οδήγησε σε αυτή την επιλογή. Είναι δε τόσο πυκνή η περιγραφή των συναισθημάτων του πρώτου ήρωα του Φυλλάδιου και τόσο αναλυτικές οι περιγραφές των κινήτρων του δεύτερου ήρωα του Κώστα του δικηγόρου, που είναι σαν να λειτουργώ ως… big brother και των δύο και να εισχωρώ στη ζωή τους.
Το στοιχείο που με έκανε να τα συνδυάσω είναι ότι θα μπορούσε ο καθένας από τους δύο, να είχε τη ζωή του άλλου, ο καθένας τους είναι ο άνθρωπος που περνά από δίπλα μας, περπατάει στους ίδιους δρόμους, αλλά δε ξέρουμε πως ζει, απλά χαρακτηρίζουμε τον έναν ως μεροκαματιάρη και δεν τον σεβόμαστε και τον άλλο ως δικηγόρο, που αυτό από μόνο του τον κατατάσσει πιο ψηλά στα μάτια μας. Ευθύνεται όμως ο καθένας τους για τις καταβολές του; Και γιατί τους αντιμετωπίζουμε τόσο διαφορετικά, από τη στιγμή που ο ένας έτυχε να είναι… Φυλλάδιος και ο άλλος δικηγόρος.
Η Θεσσαλονίκη δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό των δύο ιστοριών, αλλά μοιάζει να συμμετέχει ενεργά στις ζωές των ηρώων. Πόσο σημαντική είναι αυτή η σχέση με την πόλη για την παράσταση;
Πάρα πολύ σημαντική. Την καθορίζει. Και οι δυο ιστορίες είναι γεμάτες Θεσσαλονίκη, που όμως ο καθένας από τους δύο ήρωες την αντιμετωπίζει πολύ διαφορετικά. Ο δικηγόρος την απολαμβάνει, κάνει τις αγορές του καθημερινά μάλιστα για την αγαπημένη του, από τα μαγαζιά της Τσιμισκή, ενώ ο άλλος, ο Φυλλάδιος, έχει κουραστεί από την πόλη και τους δρόμους της, ενώ με τα χρήματα που βγάζει, δεν τολμάει να αγοράσει ούτε ένα τσίζμπεργερ. Ωστόσο η παράσταση πρέπει να μας κάνει να τους αγαπήσουμε, να τους κατανοήσουμε και τους δύο.
Ο Φυλλάδιος είναι ένας άνθρωπος του μεροκάματου, κουρασμένος από τη ζωή και την αδιαφορία που συναντά καθημερινά. Ποια πλευρά του χαρακτήρα του σας άγγιξε περισσότερο;
Έχει μια συγκρατημένη οργή και χαίρομαι που ο Παναγιώτης Γκούβερης, ο συγγραφέας, ο εμπνευστής του Φυλλάδιου, το διέγνωσε αυτό, μέσα από ένα βίντεο που έκανα ως Φυλλάδιος. Πρέπει όμως κατανοήσουμε ότι αυτή οργή του, που είναι πολύ έκδηλη στην αρχή, είναι μια οργή που πηγάζει από την φριχτή του οικονομική κατάσταση, από το αδιέξοδο, αυτής της δουλειάς του μοιράσματος των Φυλλαδίων. Αυτός πιστεύω ότι ο πραγματικός λόγος που τον φέρνει αντιμέτωπο με τη Θεσσαλονίκη, που τον κάνει να θέλει να γκρεμίσει τον Λευκό Πύργο, το σύμβολο της πόλης. Και αλήθεια πόσες φορές δεν έχουμε σκεφτεί, όλοι εμείς που ζούμε χρόνια, ή εκ παιδιόθεν στην πόλη αυτή, ότι τίποτα δεν αλλάζει. Πόσο μάλλον ο Φυλλάδιος που την γυρίζει καθημερινά. Και αυτή η οργή υποχωρεί κιόλας, όσο τον γνωρίζουμε καλύτερα. Για αυτό πρέπει να είναι συγκρατημένη.
Στις «Κίτρινες τουλίπες», ένας χωρισμός γίνεται η αφετηρία μιας σειράς κωμικών καταστάσεων. Πώς προσεγγίζετε έναν ήρωα που προσπαθεί να διαχειριστεί μια προσωπική ανατροπή μέσα από το χιούμορ;
Α! Αυτός είναι δικός μου άνθρωπος. Υπάρχει όμως μια διαφορά. Η Μαρία Τσιρωνά, έχει πλάσει έναν πολύ συμπαθή ήρωα τον Κώστα (ευτυχής η συνωνυμία) ο οποίος δεν θα έλεγα ότι έχει και τόσο πολύ χιούμορ στη ζωή του. Ούτε εγώ τον προσεγγίζω έτσι. Όμως όλα αυτά που παθαίνει και κάνει, δημιουργούν από μόνα τους μια κωμική περσόνα. Θες δεν θες θα γελάσεις με το χουνέρι που παθαίνει, το φιάσκο όπως το διηγείται ο ίδιος, μέσα από την Μαρία Τσιρωνά και τη δική μου σκηνοθετική ματιά.
Οι δύο πρωταγωνιστές ανήκουν σε εντελώς διαφορετικούς κοινωνικούς και οικονομικούς κόσμους. Υπάρχει, κατά τη γνώμη σας, κάτι βαθύτερο που τους συνδέει, πέρα από την κοινή τους πόλη;
Τους συνδέει κάτι μεταφυσικό θα έλεγα. Αυτό είναι η δική μου πινελιά, ή αν θέλετε η δική μου αυθαιρεσία. Που είναι όμως το μυστικό του έργου. Σίγουρα οι ζωές τους θα συναντηθούν όταν…
Από τη βαθιά κοινωνική ιστορία του Φυλλάδιου περνάτε στον πιο κωμικό κόσμο του Κώστα. Πόσο απαιτητική είναι για έναν ηθοποιό αυτή η εναλλαγή χαρακτήρων και συναισθημάτων μέσα στην ίδια παράσταση;
Πολύ! Θέλει άλλη κίνηση, διαφορετικό ηχόχρωμα φωνής, διαφορετικό τρόπο σκέψης. Ας πούμε ο Κώστας, λειτουργεί με απίστευτη αμεσότητα. Ο Φυλλάδιος, παρόλο που ο σκηνικός χώρος είναι ίδιος και πολύ κοντά στον θεατή, δεν έχει αυτή την αμεσότητα, δεν μπορεί να την έχει. Ο Κώστας αντιμετωπίζει τους θεατές σαν τα φιλαράκια του, ο Φυλλάδιος σαν όλους αυτούς που δεν του δίνουνε πια ούτε ένα ποτήρι νερό, ο Κώστας τους κάνει κοινωνούς μιας πολύ συγκεκριμένης και κωμικοτραγικής στιγμής της ζωής του, ενώ ο Φυλλάδιος αν και φαίνεται πιο απόμακρος επικοινωνεί, όλο το φάσμα της ζωής του και των δυσκολιών της.
Στο «SKG» υπογράφετε τόσο τη σκηνοθεσία όσο και την ερμηνεία. Όταν βρίσκεστε πάνω στη σκηνή, καταφέρνετε να αφήσετε στην άκρη το βλέμμα του σκηνοθέτη ή οι δύο ιδιότητες συνυπάρχουν διαρκώς;
Υπακούω στον σκηνοθέτη της παράστασης, αλλά δεν τον θέλω καθόλου μέσα στην αίθουσα. Επίσης πιστεύω πολύ στην ιεραρχία του τρίπτυχου: Συγγραφέας, σκηνοθέτης, ηθοποιός, όμως το έργο του καθενός, τελειώνει εκεί που αρχίζει η δικαιοδοσία του άλλου. Ωστόσο ο ηθοποιός είναι αυτός που παραδίδει το έργο στο κοινό και πρέπει να το παραδώσει καλύτερο από αυτό που του έδωσε ο σκηνοθέτης, που πρέπει να δώσει στον ηθοποιό ένα καλύτερο, πιο ενδιαφέρον έργο, από αυτό που παρέλαβε από τον συγγραφέα.
Επιλέξατε δύο θεατρικά έργα που έχουν παρουσιαστεί ελάχιστα μέχρι σήμερα. Πόσο σας ενδιαφέρει να ανακαλύπτετε και να συστήνετε στο κοινό κείμενα που δεν έχουν βρει ακόμη τη θέση που τους αξίζει στη σκηνή;
Μακάρι να μπορούσα να σηκώσω αυτό το βάρος. Θα το ήθελα πολύ! Η Θεσσαλονίκη σε άλλες εποχές, όπου το θέατρο λειτουργούσε αλλιώς, έχει αναδείξει πολύ αξιόλογους συγγραφείς. Σήμερα αυτό χωρίς τη στήριξη κάποιου θεάτρου, ή κάποιου φορέα (Δήμος Περιφέρεια) είναι σχεδόν αδύνατον. Δεν μπορώ να επωμιστώ τα έξοδα ούτε να γεμίζω κάποιους χώρους, ή σκηνές μόνος μου. Με την ευκαιρία όμως αυτή θα ήθελα να ευχαριστώ τη γνωστή μας Ζώγια – Βιβλίο τσάι και συμπάθεια, για την φιλοξενία, όπως και την Μαρία Τσιρωνά και τον Παναγιώτη Γκούβερη, για την άμεση ανταπόκρισή τους. Επίσης, αυτή την εποχή σκηνοθετώ το έργο για παιδιά «Ο χάρτης των χαμένων ονείρων» της Έρης Χριστοφορίδου, που θα παρουσιαστεί για πρώτη φορά στις σχολικές αίθουσες.
Η παράσταση παρουσιάζεται στη Ζώγια, έναν χώρο με ιδιαίτερη ατμόσφαιρα, στην καρδιά της Θεσσαλονίκης. Τι προσφέρει αυτή η πιο άμεση επαφή με το κοινό στην ερμηνεία και στην εμπειρία της παράστασης;
Η φράση σας κλειδί «στην καρδιά της πόλης» που είναι και ο συλλογικός τίτλος του έργου. Η Ζώγια βρίσκεται σχεδόν στην γωνία Αγγελάκη και Αλεξάνδρου Σβώλου. Όλοι οι δρόμοι της πόλης που αναφέρονται στο έργο είναι ή κάθετοι ή παράλληλοι με αυτούς τους δύο δρόμους. Αυτό έχει καθορίσει και την κίνηση μου, ειδικά στις «Κίτρινες τουλίπες» Όταν δε αναφέρομαι στο κτηματολόγιο και στη Χ.Α.Ν.Θ. σχεδόν τα αγγίζω! Και δεν θα κουραστώ να το λέω ότι το έργο είναι γεμάτο Θεσσαλονίκη, φυλλάδια που μοιράζονται στους δρόμους της, αλλά και κίτρινες τουλίπες, που κάνουν σχεδόν τον γύρο του κέντρου της πόλης. Το γεγονός ότι οι θεατές είναι πολύ κοντά μου, το λατρεύω, γιατί τους αισθάνομαι, τους μυρίζω, βλέπω τις αντιδράσεις τους και φυσικά περιμένω τα σχόλια τους μετά την παράσταση. Επίσης και στις δυο παραστάσεις θα παρευρίσκονται μέσα στο κοινό και οι δύο συγγραφείς.
Το «SKG» κινείται ανάμεσα στο γέλιο, στη συγκίνηση και στις αντιφάσεις της καθημερινότητας. Τι θα θέλατε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας από την παράσταση;
Το έργο του Παναγιώτη Γκούβερη «Φυλλάδια αντί στεφάνων» είναι για μένα ο ορισμός της ενσυναίσθησης. Αυτό θα το πάρει σίγουρα ο θεατής. Από την άλλη, με τις «Κίτρινες τουλίπες» της Μαρίας Τσιρωνά είμαι σίγουρος ότι θα πάρει μαζί του πολύ… Κώστα και Μαρινάκι (Η Μαρίνα, το Μαρινάκι, είναι η σύζυγος του Κώστα) Είναι απολαυστικός ο Κώστας (ελπίζω και εγώ) όταν μιμείται το Μαρινάκι του που πόσο αγαπάει. Δεν σας κρύβω ότι μετά από τις πρώτες αναγνώσεις που έκανα στο σπίτι, η μητέρα μου με ρωτούσε: «τι κάνει το Μαρινάκι;» Και φυσικά ο θεατής θα πάρει γερές δόσεις Θεσσαλονίκης. Άλλωστε… SKG στην καρδιά της πόλης είναι αυτό!
Περισσότερες πληροφορίες για την παράσταση “SKG – Στην καρδιά της πόλης”


